
Στον Λυκαβηττό, στην ψηλότερη έξαρση θέας στο κέντρο της πόλης, μια έκπληξη μας περιμένει: Η άνοδος του τελεφερίκ μέσα από ένα ευτελές τούνελ όπου μικρές διαφημίσεις συνδυάζονται με σωλήνες αποχέτευσης. Πάνω, η κατασκευή του εστιατορίου με ξύλινη πέργκολα την οποία καλύπτει καμπυλωμένη μόνωση, διάσπαρτες κεραίες, στοιχισμένες σακούλες σκουπιδιών και ένα πάρκινγκ που ισοπεδώνει το ανάγλυφο σε μια από τις πιο σημαντικές φυσικές εξάρσεις του αθηναϊκού τοπίου. Η επίσκεψη μας σε ένα τοπόσημο όρασης της πόλης απαιτεί παράδοξα την ίδια στιγμή να παραβλέψουμε τμήματα του. Η θεωρία του Αθηναίου για «περισσότερο πράσινο», βραχυκυκλωμένη από τις πράξεις μας (την εγκατάλειψη των πάρκων της πόλης) έχει οδηγήσει τον «εγκαταλελειμμένο αρχιτεκτονικά» Λυκαβηττό σε απαξίωση. Η «θεραπευτική αγωγή» ζητάει εδώ μια αρχιτεκτονική αντάξια και όχι κατώτερη, ένα κτίριο που να ξεκουράζει με νερό και spa, μια δροσερή όαση εμπειρίας της φύσης πέρα από την καθιστική ενατένιση. Μια επέμβαση που δεν θα τροποποιήσει το προφίλ του Αγ. Γεωργίου όπως είναι ορατός από την Ακρόπολη, θα επεκταθεί στο γειτονικό βραχώδες τμήμα του και θα συνδυαστεί με την υποβάθμιση του πάρκινγκ και την κάλυψη του με βατό τοπίο: Στον νέο Λυκαβηττό επιχειρείται μια αναβάθμιση της φύσης μέσω της αρχιτεκτονικής.